ΑΡΧΙΚΗ>ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ>Διόρθωση υψηλής μυωπίας με φακικό ενδοφακό ICL

Διόρθωση υψηλής μυωπίας με φακικό ενδοφακό ICL

Διόρθωση υψηλής μυωπίας με φακικό ενδοφακό ICL

(Implantable Contact Lens)


 

Τα αποτελέσματα της διόρθωσης της μυωπίας με το Excimer laser είναι εξαιρετικά, αφού μπορεί να διορθωθεί με υψηλή αποτελεσματικότητα και ασφάλεια η μυωπία του ασθενούς. Με το laser όμως, μπορεί να διορθωθεί μυωπία μέχρι 10 διοπτρίες ανάλογα και με το πάχος του κερατοειδούς του υποψήφιου ασθενούς. Σε περιπτώσεις ασθενών με μυωπία πάνω από 10 βαθμούς ή σε ασθενείς με λεπτό κερατοειδή δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του Excimer laser. Στις περιπτώσεις αυτές πολύ καλά αποτελέσματα δίνει η εμφύτευση φακικού ενδοφακού ICL.

Πρόκειται για ενδοφακό, ο οποίος ‘μοιάζει’ με φακό επαφής και ο οποίος με μικροχειρουργική επέμβαση εμφυτεύεται στον οφθαλμό πίσω από την ίριδα και μπροστά από τον κρυσταλλοειδή φακό (στο sulcus). Το υλικό κατασκευής του φακού αυτού είναι το Collamer. Το Collamer είναι ένα ειδικό, μαλακό βιοσυνθετικό υλικό με υψηλή περιεκτικότητα σε κολλαγόνο και με εξαιρετική καθαρότητα που δεν αλλοιώνεται στο χρόνο. Το υλικό αυτό δεν προκαλεί καμία αντίδραση ή αλλεργία λόγω της ειδικής του σύνθεσης. Το πλεονέκτημα της επέμβασης αυτής είναι ότι ο κρυσταλλοειδής φακός παραμένει ανέπαφος και με τον τρόπο αυτό μειώνεται ο κίνδυνος εμφάνισης μετεγχειρητικών επιπλοκών.

Οι φακοί ICL είναι μη ορατοί κοσμητικά και δεν φαίνονται με γυμνό μάτι. Επίσης, οι Visian ICL δεν προκαλούν ξηροφθαλμία. Για τον λόγο αυτό μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ασθενείς με λεπτό κερατοειδή, ξηροφθαλμία, ή μεγάλες κόρες της ίριδας δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνουν την αφαίρεση ιστού από τον κερατοειδή.

Οι νέοι τύποι ενδοφακών διαθέτουν μικρή οπή στο κεντρικό οπτικό τμήμα του φακού (central flow) μέσα από την οποία γίνεται ανεμπόδιστα η κυκλοφορία του υδατοειδούς υγρού και πρακτικά εξαλείφεται ο κίνδυνος εμφάνισης οξέως γλαυκώματος.

Με τον τελευταίο τύπο ενδοφακών (central flow) δεν υπάρχει ανάγκη διενέργειας προφυλακτικής περιφερικής ιριδοτομής για την αποφυγή κορικού αποκλεισμού και τη δημιουργία οξέως γλαυκώματος. Η ποιότητα της όρασης των ασθενών μετεγχειρητικά είναι εξαιρετική και ο κίνδυνος εμφάνισης των επιπλοκών πάρα πολύ μικρός. Να σημειωθεί ότι οι ενδοφακοί αυτοί είναι μόνιμοι και δεν χρειάζονται αντικατάσταση. Αν για κάποιο λόγο όμως η μυωπία αλλάξει μετά την τοποθέτησή τους τότε θα μπορούσαν να αφαιρεθούν και να αντικατασταθούν με άλλους. Επίσης με δεδομένη την καταλληλότητα εύκολα θα μπορούσε να συνδυαστεί με μία συμπληρωματική laser διαθλαστική επέμβαση. Επισπροσθέτως, σε περίπτωση που μετά από χρόνια ο ασθενής εμφανίσει καταρράκτη, οι φακικοί ενδοφακοί μπορούν εύκολα να αφαιρεθούν κατά τη διάρκεια της επέμβασης του καταρράκτη και η ύπαρξή τους δεν δημιουργεί περαιτέρω προβλήματα ούτε αυξάνει τους εγχειρητικούς κινδύνους της επέμβασης καταρράκτη. Δεδομένου ότι ο ICL δεν επιφέρει οποιαδήποτε μόνιμη ανατομική μεταβολή μέσα στο μάτι ή στον κερατοειδή, μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί εάν κριθεί απαραίτητο.

Πριν την επέμβαση είναι σκόπιμο να μετρηθούν με ακρίβεια:
1) οι βαθμοί της μυωπίας
2) το αξονικό μήκος
3) το βάθος του προσθίου θαλάμου και                                                   
4) η διάμετρος του κερατοειδούς (white to white).

Η επέμβαση μπορεί να γίνει μέσα από τομή 3χιλιοστών, η οποία στο τέλος της επέμβασης παραμένει στεγανή και δεν χρειάζεται η τοποθέτηση ραμμάτων για τη στεγανοποίησή της.

Ο ασθενής χρειάζεται να ενσταλάζει αντιβιοτικές και αντιφλεγμονώδεις σταγόνες για λίγες εβδομάδες και μπορεί να επιστρέψει στην εργασία του σε μερικές ημέρες. Οι ασθενείς χρειάζεται να παρακολουθούνται από τον θεράποντα οφθαλμίατρο ανά τακτά χρονικά διαστήματα και να ελέγχεται η καλή θέση του φακού στο χειρουργημένο οφθαλμό, η ενδοφθάλμια πίεση και η ύπαρξη ή όχι φλεγμονής.