ΑΡΧΙΚΗ>ΠΑΘΗΣΕΙΣ>Ιογενής Επιπεφυκίτιδα

Ιογενής Επιπεφυκίτιδα

Η ιογενής επιπεφυκίτιδα είναι μία άκρως μεταδοτική λοίμωξη του επιπεφυκότα που οφείλεται σε αδενοϊό (ιός που προκαλεί το κοινό κρυολόγημα). Ο ιός μεταδίδεται πολύ εύκολα με άμεση σωματική επαφή και έχει την ικανότητα να παραμείνει ζωντανός επάνω σε επιφάνειες και αντικείμενα για μέρες και να προκαλέσει μόλυνση. Είναι συχνό να κολλήσουν την επιπεφυκίτιδα από τον πάσχοντα άλλα συγγενικά του πρόσωπα, καθώς επίσης ο ιός μεταδίδεται πολύ εύκολα από ασθενή σε ασθενή, μέσα σε ιατρεία, μέσα μαζικής μεταφοράς και άλλα μέρη που συγχρωτίζονται πολλά άτομα πχ.θέατρα, σινεμά κλπ. Για τον λόγο αυτό είναι σκόπιμο να περιορίζεται η στενή επαφή με τον πάσχοντα, καθώς επίσης και τα υπόλοιπα συγγενικά του πρόσωπα να παίρνουν συγκεκριμένα μέτρα προφύλαξης, όπως: καλό και συχνό πλύσιμο των χεριών, αποφυγή τριψίματος των ματιών με βρώμικα χέρια και να αποφεύγουν να χρησιμοποιούν πετσέτες και μαξιλαροθήκες που έχει χρησιμοποιήσει προηγουμένως ο πάσχων.
Η νόσος προσβάλλει ασθενείς κάθε ηλικίας και η βαρύτητα της προσβολής διαφέρει από ασθενή σε ασθενή.
Τα συνηθέστερα συμπτώματα είναι: Ερυθρότητα, Δακρύρροια, Εκκρίσεις, Αίσθημα καύσου, Οίδημα βλεφάρων, Θολή όραση, Πόνος. Συχνά υπάρχει διόγκωση του προωτιαίου λεμφαδένα. Τα παραπάνω συμπτώματα συχνά συνοδεύονται από λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού.
Συνήθως προσβάλλεται πρώτα ο ένας οφθαλμός και μετά από 3 έως 4 ημέρες ακολουθεί  και ο έτερος οφθαλμός. Ο οφθαλμός που προσβάλλεται πρώτος, συνήθως έχει και βαρύτερη προσβολή. Τα συμπτώματα ξεκινάνε ήπια και σταδιακά μέρα με την ημέρα επιδεινώνονται. Η συνολική διάρκεια της νόσου ποικίλει από ασθενή σε ασθενή και συνήθως είναι από 10-20 ημέρες.
Οι ασθενείς χρειάζονται ενθάρρυνση γιατί μετά τις πρώτες ημέρες όταν βλέπουν ότι τα συμπτώματά τους δεν υποχωρούν, διακατέχονται από μεγάλη ανησυχία. Είναι σκόπιμο οι ασθενείς να εξετάζονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, για να ελέγχει ο γιατρός την εξέλιξη της νόσου. Είναι απαραίτητος ο σχολαστικός καθαρισμός του εξεταστηρίου στο οφθαλμολογικό ιατρείο μετά την εξέταση του πάσχοντος, για να αποφευχθεί η μετάδοση της μόλυνσης στους επόμενους ασθενείς. Σε ορισμένες περιπτώσεις αναπτύσσονται ψευδομεμβράνες στα κολπώματα του επιπεφυκότα, οι οποίες χρειάζεται να αφαιρούνται από τον οφθαλμίατρο υπό τοπική αναισθησία με σταγόνες. Η αφαίρεση των ψευδομεμβρανών ανακουφίζει σημαντικά τον πάσχοντα και είναι απαραίτητη για την ίαση.           
Η αντιμετώπιση της επιπεφυκίτιδας γίνεται με συχνή ενστάλαξη τεχνητών δακρύων ανά ώρα, καθώς επίσης με συχνή περιποίηση των βλεφάρων για να αφαιρούνται οι εκκρίσεις. Η χρήση κολλυρίου κορτιζόνης είναι ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Η κορτιζόνη ελαττώνει την φλεγμονή της οφθαλμικής επιφάνειας, φαίνεται όμως ότι μπορεί να αυξήσει τη χρονική διάρκεια της νόσου, καθώς επίσης και την μεταδοτικότητα του ιού από ασθενή σε ασθενή. 
Αιτιολογική θεραπεία (φάρμακο που να σκοτώνει τον αδενοϊό) δεν υπάρχει και η νόσος αυτοιάται, όπως οι συνήθεις ιώσεις. Έχει δοκιμαστεί η ενστάλαξη διαλύματος betadine 5%, καθώς επίσης και η τοπική χορήγηση  gel γκανσικλοβίρης με ποικίλα αποτελέσματα. Σε περιπτώσεις που υπάρχει απόπτωση του επιθηλίου του κερατοειδούς ενδείκνυται η χορήγηση τοπικού αντιβιοτικού για πρόληψη δευτερογενούς επιμόλυνσης. Σε διαφορετική περίπτωση η χρήση αντιβιοτικών είναι περιττή, διότι ο ιός είναι ανθεκτικός στα κοινά αντιβιοτικά.
 
Είναι συνήθης, ένα έως δύο μήνες μετά την αρχική προσβολή της επιπεφυκίτιδας, η ανάπτυξη υποεπιθηλιακών θολεροτήτων στο πρόσθιο στρώμα του κερατοειδούς. Οι θολερότητες αυτές είναι μία ανοσολογική αντίδραση του οργανισμού στα αντιγόνα του αδενοϊού και επιφέρουν θαμπάδα στην όραση του ασθενούς και δημιουργία φωτοστέφανου στα φώτα τη νύχτα. Οι θολερότητες αυτές χρειάζονται αντιμετώπιση μόνο όταν βρίσκονται στον οπτικό άξονα του κερατοειδούς και συνοδεύονται από έντονη συμπτωματολογία. Σε αντίθετη περίπτωση δεν χρειάζονται θεραπεία, διότι η θεραπεία γίνεται με σταγόνες κορτιζόνης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στις περιπτώσεις που ενδείκνυται η θεραπεία αυτή θα γίνει με ενστάλαξη κολλυρίου κορτιζόνης και τεχνητών δακρύων και στις περιπτώσεις αυτές οι ασθενείς χρειάζονται τακτική οφθαλμολογική παρακολούθηση για τον κίνδυνο ανάπτυξης επιπλοκών από τη θεραπεία (αύξηση ενδοφθαλμίου πιέσεως, δημιουργία καταρράκτη). Έχει επίσης δοκιμαστεί η θεραπεία με κολλύριο κυκλοσπορίνης με ποικίλα αποτελέσματα. Είναι σημαντικό, οι ασθενείς να χρησιμοποιούν συστηματικά απορροφητικά γυαλιά για τον ήλιο.